ΜΙΑ ΜΠΑΛΙΤΣΑ ΦΩΣ

 

                   ΕΥΗ ΨΑΛΤΗ: ΜΙΑ ΜΠΑΛΙΤΣΑ ΦΩΣ

 

 

Μιά φορά κι ένα καιρό

ήταν μια μπαλίτσα φως

μια μπαλίτσα δροσοστάλα

 

 


 

που ακουμπούσε 

 στη σχισμάδα ενός βράχου

αστραφτερού σε μια ρίζα ενός   βουνού

 

 

 

 

 

Χόρευε κάθε πρωί

και με ήλιο, με βροχή

στην πλαγιά, στη ρεματιά

με του αγέρα τα πουλιά,

με τους ήχους του βουνού,

με το γέλιο του Θεού.

 

 

 

 

 

Μα ένα υγρό, ζεστό πρωί

η μπαλίτσα η φωτεινή άρχισε να μεγαλώνει,

να ψηλώνει, να απλώνει.

όλη φως πάνω απ?τη γη

μεγαλώνει στη στιγμή!

 

Στην αρχή φοβήθηκε.

τρόμαξε! Τι γίνηκε;

 

ύστερα μαζεύτηκε και το καλοσκέφτηκε.

Πάει στη λίμνη και κοιτά σαν καθρέφτης στα νερά.

 

 

 


 

 

 

 

 

 


 

 

Κι είδε ότι άλλαξε.

 

Χωρίς λέξη στάθηκε.

Δύο πόδια έχει αποκτήσει

κι έχει τώρα απορήσει.

 

«Τι να κάνω τα δυο πόδια;

Πως θα παίζω με τα  αηδόνια;

όσο ήμουνα μπαλίτσα,

φωτεινή δροσοσταλίτσα

ήξερα που να τραβώ.

Τώρα πως θα κινηθώ;»

 

Μα της απαντά η λίμνη

με γλυκιά, ζεστή φωνή:

«Κι αν τρομάζεις τώρα τόσο

ας το χρόνο να σου πει!»

 

 

 

 

Μέρες φεύγουνε και πάνε

μήνες που την προσπερνάνε…

Τρέχει ζωηρή σαν ελάφι

μες στους κάμπους και στα δάση,

σκαρφαλώνει στο βουνό

και πηδάει στο γκρεμό.

 

ίδιος κόσμος, ίδια όλα

μα τον τρέχει με τα πόδια

Κι έτσι αυτό τώρα της δίνει

ολοκαίνουρια εικόνα.

 

ώσπου πάλι ένα πρωί

κει που τρέχει ζωηρή,

νιώθει πάλι να ψηλώνει,

 

 

να αλλάζει, να απλώνει.

       Πάει στη λίμνη και ξανά

       στον καθρέφτη της κοιτά.


 

 

 

 

 


 

Κι είδε ότι άλλαξε.

Τρόμαξε και σάστισε!

έχει τώρα δύο χέρια

τα κοιτά, τα έχει χαμένα!

 

«Τι να κάνω τα δύο χέρια;

Πως θα κινηθώ, θα τρέχω;

Σαν μπαλίτσα από φως

με δυο πόδια, το αντέχω.

'ομως τούτο πάλι εδώ

πως θα το αποδεχτώ;

 

Και της λέει πάλι η λίμνη

με γλυκιά, ζεστή φωνή:

«Κι αν τρομάζεις τώρα τόσο

ας το χρόνο να σου πει!»

 

 

Μέρες φεύγουνε και πάνε,

εποχές που δε γυρνάνε.

Η μπαλίτσα τώρα σπέρνει

και σιγά-σιγά μαθαίνει

να αλωνίζει τα χωράφια

και να πλέκει τα δεμάτια.

να μαζεύει τον καρπό,

να φιλεύει το φτωχό.

 

έχει αλλάξει, μα ίδια μένει

η μπαλίτσα που επεμβαίνει

με δύο χέρια στη ζωή

κι όλα γίνονται γιορτή.

 

Ξεχασμένη σε ότι κάνει, μια στιγμούλα

πάλι φτάνει

που ψηλώνει, μεγαλώνει

και τρομάζει που απλώνει.

 

Πάει στης λίμνης τα νερά

και κοιτάζεται δειλά.

 


 

 

 

 

 

 


 

 

 

Στον υγρό καθρέφτη βλέπει

να' χει βγάλει δυο φτερά!

 

«Τι να κάνω τα φτερά μου;

Τρεμουλιάζει η καρδιά μου!

Με δυο πόδια, με δυο χέρια

τα κατάφερα ωραία,

όμως τούτο είναι πολύ,

τι θα γίνω η φτωχή;»

 

Και η λίμνη της μιλάει

με γλυκιά, ζεστή φωνή:

«Κι αν τρομάζεις τώρα τόσο

ας το χρόνο να σου πει!»

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μέρες φεύγουνε και πάνε

μα' ναι δύσκολες, πονάνε.

Στα δυο πόδια καλοστέκει,

ξέρει να τα ταξιδεύει.

Με τα χέρια μαγικά

φτιάχνει πράγματα καλά.

 

Μόνο τα φτερά δεν ξέρει

πώς να τα διαφεντεύει.

Μια της φαίνονται βαριά,

μια τελείως τα ξεχνά.

 

 

 

 

 


 

 

 

 

 

 

 


 

 

 

«Αχ! Και να έμενα μπαλίτσα

φωτεινή δροσοσταλίτσα,

να χορεύω το πρωί

με τον ήλιο, τη βροχή!

Τρεμουλιάζει η καρδιά μου

όταν νιώθει τα φτερά μου!'

 

Μα ο χρόνος που κυλά

ξεφοβίζει την καρδιά

Και την κάνει τολμηρή

μες σε κάθε αλλαγή.

 

'ετσι, φτάνει η στιγμή

που η μπαλίτσα θα αφεθεί.

 

Να! Που τα φτερά ανοίγει

Τα ουράνια δρασκελίζει.

 

 

 

 

 

 

 

Μπάλα φως που μεγαλώνει

στον ορίζοντα απλώνει

γίνεται ένα με τη γη,

με το αγέρι, τη βροχή.

Γίνεται ήχος, αφή,

συμφωνία μυστική.

 

Γίνεται ψηλό βουνό,

ποταμάκι ζωηρό.

Διαχέεται κι απλώνει

νέα αίσθηση που ενώνει

κι έτσι με τον τρόπο αυτό

συναντά και το Θεό!