ΤΟ ΨΑΡΑΚΙ ΠΟΥ ΑΠΑΝΤΟΥΣΕ ΜΟΝΟ ΟΧΙ

 

 

 

Μια φορά κι έναν καιρό

στο γαλάζιο το βυθό

ζούσε μια ψαροφαμίλια:

ο μπαμπάς και η μαμά

και τα τρία τους παιδιά.

 

Ζούσαν σε μία γειτονιά

που όπου βράχος και φωλιά,

οικογένειες ψαρίσιες,

κουτσομούρες, μαριδίτσες,

γόπες, σπάροι και λιθρίνια

και μπαρμπούνια και σαυρίδια.

Και πιο πέρα απ΄το χωριό

σε θαλάμι σκοτεινό

το χταπόδι το σοφό!

 

Οικογένεια καλή

με αρχές και ταχτική,

Με αξίες, μαζεμένη,

έδειχνε αγαπημένη,

ήσυχη, προσεκτική,

οικογένεια ζηλευτή.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μα είχε κι ένα κακό, φοβερά ενοχλητικό:

Ήταν πάντα πρόβλημά τους

απ΄τα τρία τα παιδιά τους

το ψαράκι το μικρό.

 

Πεισματάρικο, στριμμένο

και αυθάδικο πολύ,

μια στιγμή δεν σταματούσε

σαν το σίφουνα γυρνούσε

κι όταν κάτι του ζητούσες

πάντα όχι απαντούσε.

 

 

 

 

 

 

 

«Τι θα κάνουμε μ΄αυτό,»

εμουρμούριζε ο μπαμπάς του.

«Σε ποιον έμοιασε δεν ξέρω»

απαντούσε κι η μαμά του.

 

Τι ντροπή! Τι δυστυχία!

Να, τους πιάνει απελπισία.

Μια το δέρνουν στ΄αχαμνά,

μια να του μιλούν γλυκά,

μια το βάζουν τιμωρία

πάντα η ίδια ιστορία!...

 

Το ψαράκι πάντα όχι.

Όχι! Δεν θα κοιμηθώ.

Όχι! Στο σχολειό δεν πάω!

Δεν νυστάζω, δεν πεινάω!

Όχι! Δεν σας αγαπώ!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

«Ούτε εμείς σε αγαπάμε!»

του θυμώνει η μαμά του

«Κοίτα πώς μας ρεζιλεύεις!»

απαντάει κι ο μπαμπάς του.

«Δεν σου δίνουμε τα πάντα;

Γιατί φέρεσαι έτσι σκάρτα;

Τι θα λέει η γειτονιά;

Τι θα λένε τα παιδιά;

Μες στη γειτονιά μετράμε,

Έτσι, δεν σε αγαπάμε!»

 

«Ούτε εμείς σε αγαπάμε»

τα αδελφάκια τού μιλάνε

«Τη μανούλα την πονάς,

τον μπαμπά στενοχωράς...»

 

 

 

 

 

 

 

Ώσπου ένα πρωί το χάνουν

και για λίγο ησυχάζουν,

μα όταν πέφτει το βραδάκι

δεν γυρίζει το ψαράκι.

 

Αγωνία, ανησυχία,

βγαίνουνε στη γειτονιά.

Πού να είναι το ψαράκι

που όλο όχι απαντά;

 

Ξάφνου, ακούγονται απ΄το δρόμο

φασαρίες και φωνές,

«Το χταπόδι έχει πάρει

το ψαράκι το μικρό

το΄χει κρύψει στο θαλάμι – τι κακό!»

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τρέχει τότε η φαμίλια

στη φωλιά του χταποδιού.

Το χταπόδι καθισμένο,

σοβαρό κι ησυχασμένο,

τους περιμένει για να ΄ρθουν.

 

«Τι ζητάτε;» τους ρωτάει.

«Το μικρό μας το ψαράκι.

Να το πάρουμε στο σπίτι

που πολύ μας έχει λείψει!

 

«Και πώς είναι το ψαράκι

που ζητάτε από μένα;»

«Είναι άταχτο, στριμμένο

κι όλο όχι απαντάει,

όμως τρομερά μας λείπει

και το θέμε στη φωλιά.

Πεισματώνει κι ό,τι πιάνει

το χαλάει στη στιγμή,

δεν μας αγαπά, μα όμως

το λατρεύουμε εμείς».

 

 

 

 

 

 

 

 

 

«Δεν γνωρίζω αυτό το ψάρι»

το χταπόδι απαντά.

«Το ψαράκι που μαζί μου τώρα μένει

δεν του μοιάζει.

Είναι πρόθυμο, γελάει,

τραγουδά και βοηθάει

στις δουλειές και στις ευθύνες

κι ό,τι βγάζει το θαλάμι».

 

«Το δικό μας το ψαράκι

είναι πάντοτε σκληρό.

Δεν ακούει ποτέ κανένα

και αρνιέται θυμωμένα

οτιδήποτε καλό».

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

«Λάθος τότε έχετε κάνει»

το χταπόδι τούς μιλά...

«Το δικό μου το ψαράκι

ξέρει πάντα τι ζητά.

Λέει «όχι» όταν πρέπει

λέει «δεν ξέρω» σαν δεν ξέρει

κι όταν θέλει κάτι, τότε

λέει «ναι» απ΄την καρδιά!»

 

«Έτσι θα΄ναι» λέει η μάνα.

«Το παιδί μας δεν το έχει...

Πάμε αλλού για να το βρούμε

άλλο ψάρι τούτος έχει».

 

Τότε άνοιξε η πόρτα

και με έκπληξη μεγάλη

το ψαράκι το δικό τους

στο δωμάτιο κολυμπάει.

 

 

 

 

 

 

«Κι όμως νά το!» ο πατέρας

λέει γελώντας χαρωπά.

«Είναι το δικό μας ψάρι!»

και η μάνα απαντά.

 

«Όμως δεν καταλαβαίνω...»

λεν κι οι δυο τους στο χταπόδι,

«Τέτοια ψέματα πώς είπες

σαν αγωνιούμε όλοι;»

 

«Είπα μόνο την αλήθεια.

Αυτό ξέρω κι αυτό είπα.

Το ψαράκι τούτο εδώ

είναι εξαιρετικό!»

 

«Μα είναι πάντα τόσο σκάρτο..»

απορούνε οι γονείς.

 

Το χταπόδι σοβαρά

τους κοιτάζει και μιλά:

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

«Σκάρτο ψάρι δεν υπάρχει

όταν μάθουμε να βλέπουμε σωστά!

Αν στραβώσει η ιστορία

δεν θα φταίνε τα ψαράκια.

Τα ψαράκια σαν γεννιώνται

είναι μοναχά παιδάκια.

Ό,τι βρουν, αυτό μαθαίνουν

κι αν δεν το καταλαβαίνουν

περιμένουν απ΄τους άλλους,

τους τρανούς και τους μεγάλους

να τους δείξουν, να τους πείσουν,

το σωστό να υποδείξουν.

 

Να τα σταματούν σαν πρέπει

με αγάπη και φροντίδα

κι όταν πάλι είν΄η ώρα

να τα αφήσουν μ΄εφόδια.

 

 

 

 

 

Όταν όμως οι μεγάλοι

νιώθουνε πως είναι σκάρτοι

κι όταν δεν καταλαβαίνουν

μα πως ξέρουν επιμένουν,

όταν μόνο εμποδίζουν

και το φόβο τους δεν δείξουν,

τότε μόνο τα ψαράκια

γίνονται σκάρτα παιδάκια.

Κι όταν κάτι τους ζητούν

πάντα όχι απαντούν.

 

Πάρτε πίσω το ψαράκι

και ξεχάστε το τι κάνει

πως πεισμώνει, πως μιλάει

και τα όχι που απαντάει.

 

Κι έτσι απλά, ζεστά, γλυκά

σεις οι δυο σοφά βρεθείτε.

Δείτε, ακούστε, αφουγκραστείτε

τι η καρδιά σας σας μιλά.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Είναι φόβος; Αγωνία;

Άρνηση ή προσδοκία;

Είναι τάχα κάποια γλύκα

που διστάζει να φανεί;

Είναι ζεστασιά κι αγάπη

κάποια μνήμη που γελάει;

Κάποιος ήχος τρυφεράδας

που φοβίζει κι απειλεί;

 

Κι όταν πια οι ερωτήσεις

έχουν βρει τις απαντήσεις

κι οι καρδιές έχουν μιλήσει

με ευθύνη και στοργή,

τότε μόνο θα γυρίσει

και θα σας ξεκαθαρίσει

γιατί τάχα το ψαράκι

λέει όχι στη ζωή!»

 

1994 εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα